Friday, 3 April 2015

Ελληνικοί υδρογονάνθρακες. Μελετώντας το μοντέλο της Κροατίας

Δεν αποτελεί πλέον μυστικό το γεγονός, ότι η πρόσφατη πτώση στα επίπεδα τιμών του αργού πετρελαίου έχει οδηγήσει τις περισσότερες διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες σε μια διαδικασία εξορθολογισμού των δραστηριοτήτων τους όσον αφορά την εξερεύνηση και παραγωγή των υδρογονανθράκων.
Το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο δραστηριοποιείται στη βιομηχανία αυτή, αντιμετωπίζει εφ’ όλης της ύλης, τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης πολλών επιχειρήσεων, την ακύρωση των επενδυτικών σχεδίων καθώς και τις περικοπές των δαπανών.
Επιπρόσθετα αναλυτές και σχολιαστές της αγοράς υδρογονανθράκων έχουν τονίσει επανειλημμένα τον αντίκτυπο του περιβάλλοντος αυτού στις οικονομικές επιδόσεις των περισσότερων αν όχι όλων των πετρελαϊκών εταιρειών, καθώς και εκείνη των χωρών οι οποίες είναι είτε παραγωγοί, είτε καταναλωτές υδρογονανθράκων.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ οι περισσότεροι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν επηρεαστεί, είτε θετικά είτε αρνητικά, από την δραματική πτώση των τιμών του πετρελαίου, ορισμένες χώρες έχουν επίσης πληγεί από την ακύρωση επενδύσεων σε έργα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων, τα οποία με τις σημερινές τιμές αργού πετρελαίου, θεωρούνται αντιοικονομικά.
Συνεπώς οι παγκόσμιες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν ανακοινώσει περικοπές δαπανών κεφαλαίου συνολικού κόστους κατά προσέγγιση $349.2 δισεκατομμυρίων, ενώ οι προβλέψεις ορίζουν ότι επενδυτικά σχεδία αξίας πάνω από $164.000 εκατομμύριων στον τομέα αυτό βρίσκονται σε κίνδυνο αναβολής ή ακύρωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα πρόσφατα αποτελέσματα του 2ου γύρου αδειοδότησης στη Δυτική Ελλάδα δεν αποτελούν έκπληξη, παρά το γεγονός ότι η συμμετοχή της Total, της Shell και της Repsol φημολογήθηκε, αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Όπως επίσης και αύτη της Enel, της οποίας το ενδιαφέρον λειτούργησε ως η κινητήρια δύναμη που οδήγησε την πρώην ελληνική κυβέρνηση στην έναρξη του διαγωνισμού. Αντ 'αυτού, οι μόνες προσφορές που υποβλήθηκαν ήταν εκείνες από δύο ελληνικές εταιρείες, της ΕΛΠΕ και της  Energean.
Είναι σαφές ότι η πρόσφατη βουτιά των τιμών του αργού πετρελαίου έχει οδηγήσει πολλές εταιρείες υδρογονανθράκων σε  περικοπές των επενδύσεων υψηλού ρίσκου, αναπροσδιορίζοντας τα χαρτοφυλάκιά τους με βάση τις αποδόσεις, προστατεύοντας έτσι την μετοχική αξία. Ακόμα κι αν αυτό είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα για τη βιομηχανία, το περιβάλλον χαμηλών τιμών δεν ήταν ο μοναδικός οδηγός πίσω από την αποτυχία προσέλκυσης διεθνών εταιρειών στον πρόσφατο ελληνικό διαγωνισμό.
Κοιτάζοντας λοιπόν τον πρόσφατο γύρο αδειοδότησης στην Κροατία - μια χώρα της ΕΕ με συγκρίσιμο γεωλογικό ρίσκο, καθώς και σύστημα αδειοδότησης –ο οποίος έλαβε 10 προσφορές, για 15 οικόπεδα από 6 εταιρείες το 2014, συμπεριλαμβανομένης της ENI, της Marathon Oil, της OMV και της ΙΝΑ (συνιδιοκτησία την Κροατικής κυβέρνησης και της Ουγγρικής MOL) -  το περιβάλλον των τιμών του πετρελαίου δεν ενήργησε ως απαγορευτικός παράγοντας.
Βάση των άνωθεν δημιουργούνται ερωτήματα σε σχέση με τα διδάγματα που μπορεί να πάρει η Ελλάδα από αυτή τη σειρά γεγονότων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχία του υπεράκτιου γύρου αδειοδότησης στο Ιόνιο Πέλαγος και νότια της Κρήτης. Οποιαδήποτε απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα, απαιτεί την εξέταση μίας σειράς ζητημάτων.
Εξετάζοντας λοιπόν τους παράγοντες που οδήγησαν στην επιτυχία του Κροατικού γύρου αδειοδότησης, αναφέρουμε ότι ο πρώτος  που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το νεοσύστατο νομικό και φορολογικό καθεστώς, το όποιο ήταν αποτέλεσμα υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών από χώρες της ΕΕ - όπως ισχυρίζεται το Κροατικό υπουργείο - όπου η διαφάνεια ήταν κεντρικό στοιχείο (αυτό επιτεύχθηκε με τη δημοσίευση λεπτομερών χαρτών των οικοπέδων, όπως επίσης και των δημοσιονομικών κανονισμών, και ενός υποδείγματος σύμβασης).
Τούτου λεχθέντος, τα πρόσφατα μηνύματα από τον πρωθυπουργό της Κροατίας σχετικά με την πιθανότητα δημοψηφίσματος σχετικά με την εξερεύνηση υδρογονανθράκων στη χώρα, απεικονίζουν τις δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν από χώρες οι οποίες είναι «νέες» στην βιομηχανία έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων.
Δεύτερον, πρέπει κανείς να εξετάσει τους ισχυρούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς που συνδέουν την Κροατία με τις γειτονικές χώρες, Αυστρία και Ουγγαρία, με τις οποίες συνιστούσαν την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία μέχρι το 1919. Αυτοί οι μακροχρόνιοι γεωπολιτικοί δεσμοί λαμβάνουν διαφορετική έννοια όταν κανείς εξετάζει της συμμέτοχες των εταιρειών αυτών στον πρόσφατο διαγωνισμό της Κροατίας. Αυτό συμβαίνει διότι η OMV είναι μία Αυστριακή εταιρεία, ενώ η MOL είναι Ουγγρική (έλαβε μέρος στον διαγωνισμό μέσω της τοπικής θυγατρικής της και πρώην εθνικής εταιρείας υδρογονανθράκων της Κροατίας ΙΝΑ).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η MOL είναι γνωστή στην Ελλάδα, ενώ η OMV είναι σχετικά άγνωστη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο ισχύει και για το υπόλοιπο κομμάτι της Νότιας και Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Η OMV είναι παρούσα σε 10 ευρωπαϊκές και βαλκανικές χώρες, με ένα ισχυρό χαρτοφυλάκιο στην παραγωγή αλλά και διύλιση πετρελαίου. Η MOL, με τη σειρά της, μοιράζεται ένα παρόμοιο επιχειρηματικό μοντέλο σε σχέση με το γεωγραφικό πεδίο των δραστηριοτήτων της.  Είναι προφανές ότι κάθε εταιρεία με παρουσία σε αυτόν τον τομέα δε θα ήταν θεμιτό να χάσει την ευκαιρία να λάβει μέρος σε έναν γύρο προσφορών που λαμβάνει χώρα στην καρδιά των δραστηριοτήτων της.
Ταυτόχρονα, αυτό που συχνά παραβλέπεται από πολλούς αναλυτές, είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια της OMV να εξαγοράσει τη MOL, οι δύο εταιρείες έχουν εισέλθει σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού, και έτσι ο Κροατικός διαγωνισμός πρόσφερε το τέλειο πεδίο για επίδειξη δύναμης, με τα οικόπεδα να αποτελούν τα βραβεία, και την Κροατική κυβέρνηση να βγαίνει ως η κεντρική επωφελημένη από αυτήν την διαμάχη.
Προσεγγίζοντας λοιπόν το θέμα από μια διαφορετική οπτική γωνία, θα πρέπει επίσης κανείς να εξετάσει τους παράγοντες που επηρέασαν την απόδοση του ελληνικού γύρου αδειοδότησης. Κάποιοι όμως θα υποστηρίξουν ότι το χρονοδιάγραμμα δεν βοήθησε την Ελληνική Κυβέρνηση και αυτό διότι εάν η υποβολή προσφορών λάμβανε μέρος έξι μήνες έως ένα χρόνο νωρίτερα, η κατάσταση θα ήταν εντελώς διαφορετική. Είναι σαφές ότι, τη χρονική στιγμή που έλαβε μέρος ο διαγωνισμός λειτούργησε αρνητικά για την Ελλάδα.
Η προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού στην Ελλάδα (ΝΔ / ΠΑΣΟΚ) εργάστηκε πάνω στην διαμόρφωση των δύο γύρων υποβολής προσφορών για περισσότερο από δύο χρόνια. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι τιμές του αργού πετρελαίου ήταν πολύ πιο ευνοϊκές 12-18 μήνες  πριν, και  παρόλο που ούτε το υπουργείο ούτε οι αγορές θα μπορούσαν να προβλέψουν την  πτώση τους σε αυτό το επίπεδο, η προηγούμενη κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε αξιολογήσει την  πολιτική σταθερότητα στη χώρα πιο αντικειμενικά.
Είναι πασιφανές, ότι οι φόβοι για το Grexit μετά τις πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την ασάφεια που δημιούργησε η νέα κυβέρνηση σχετικά με την αλλαγή του μοντέλου αδειοδότησης που θα εφαρμοστεί στον 2ο γύρο – ασάφεια στην οποία δόθηκε τέλος στις 25/03, δυο μήνες μετά την ανάληψη καθηκόντων από την νέα κυβέρνηση – από “Σύμβαση Μίσθωσης” σε  "Σύμβαση Διανομής Παραγωγής”, αποξένωσαν μια σειρά από εταιρείες που έδειξαν ενδιαφέρον για την υποβολή των προσφορών.
Η διαφάνεια και οι εγγυήσεις σχετικά με την σταθερότητα στο φορολογικό και νομικό πλαίσιο είναι κεντρικά στοιχεία για τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου. Η βιομηχανία υδρογονανθράκων δεν αντιμετωπίζει πρωτόγνωρα το ρίσκο αυτό, και έχει επιδείξει επανειλημμένα υψηλή ανθεκτικότητα σε αρκετές περιπτώσεις. Ωστόσο, οι κίνδυνοι πρέπει να είναι μετρήσιμοι, και η αβεβαιότητα λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας σε τέτοιου είδους επενδύσεις.
Παρά το γεγονός λοιπόν ότι το σημερινό περιβάλλον της τιμής του πετρελαίου κατέστησε τα κριτήρια των επενδύσεων αυστηρότερα σε σύγκριση με αυτών της  μέχρι πρότινος εποχής, οδηγούμαστε στο γεγονός ότι οικονομικά βιώσιμα έργα με χαμηλό ή διαχειρίσιμο ρίσκο, πιθανόν υλοποιούνται. Αυτό λοιπόν λειτουργεί ως απόρροια ότι τα νομικά και φορολογικά πακέτα που προσφέρονται πρέπει να είναι διεθνώς ανταγωνιστικά προκειμένου να προσελκύσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια.
Συνεπώς οι μηχανισμοί διαβεβαίωσης καθίστανται πλέον ως αναγκαίοι προκειμένου να παρακαμφθούν τα τρέχοντα συναισθήματα αποστροφής από το επενδυτικό ρίσκο. Εάν λοιπόν οι Έλληνες αξιωματούχοι θελήσουν να εκμεταλλευτούν το δυναμικό της χώρας, τότε θα πρέπει να αποκτήσουν άμεσα μια εξωστρεφή προσέγγιση προς τη βιομηχανία, υιοθετώντας τα διεθνή παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών για την διαμόρφωση ενός ελκυστικού (προβλέψιμου και σταθερού) πολιτικού, νομικού και φορολογικού περιβάλλοντος. Ομοίως, οι πρόσφατες διεθνείς επενδύσεις απεικονίζουν ότι οι επιθετικές στρατηγικές μάρκετινγκ γίνονται όλο και πιο σημαντικές σε μια άκρως ανταγωνιστική βιομηχανία εξερεύνησης υδρογονανθράκων.
Σύμφωνα με τα λόγια του Λάιονελ Ρόμπινς (1935) "Τα οικονομικά στοιχεία μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και ευημερία σαν μια σχέση μεταξύ σπάνιων πόρων (που έχουν και άλλες χρήσεις) και κοινωνικών αξιώσεων". Αν λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση θέσει ως στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, καθώς και την τεχνογνωσία και εμπειρία την οποία διακατέχουν, θα πρέπει να προσαρμοστεί στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον της αγοράς.

Ο Δρ. ΆγγελοςΓκανούτας-Λεβέντης είναι Αντιπρόεδρος του Greek Energy Forum, η Ντάρια Νότσεβνικ είναι αναπληρωτής επικεφαλής του Greek Energy Forum στις Βρυξέλλες, και ο Ιωάννης Σταμουδάκης είναι επικεφαλής του τμήματος Μηχανικών & Τεχνολογίας του Greek Energy Forum στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Greek Energy Forum είναι σύνδεσμος Ελλήνων και Κυπρίων επαγγελματιών στο χώρο της ενέργειας. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά προσωπικές και δεν αντανακλούν τις απόψεις του συνόλου του Forum ή τις επιχειρήσεις που απασχολούν τους συγγραφείς.

http://energypress.gr/news/ellinikoi-ydrogonanthrakes-meletontas-montelo-tis-kroatias

No comments: