Με έντονο ενδιαφέρον συζητείται τα τελευταία χρόνια στην ενεργειακή
κοινότητα η πιθανή ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική
Ελλάδα.
Με αφορμή τη πρόσφατη δημοσίευση του Προκαταρκτικού Δεκαετές
Προγράμματος Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς 2015-2024 από τον ΑΔΜΗΕ,
τονίζουμε σε αυτό το άρθρο τρείς παράγοντες που πιστεύουμε ότι θα
επηρεάσουν σημαντικά το χρονοδιάγραμμα και την όδευση του έργου και
επομένως τα συνολικά οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει η Ελλάδα
από αυτό:
1. Αναγκαιότητα πολιτικής στήριξης για την άμεση υλοποίηση του έργου
2. Αναγκαιότητα διατήρησης της επιλογής σχετικά με το ή τα σημεία διασύνδεσης με το ηπειρωτικό σύστημα
3. Αναγκαιότητα εκπόνησης ανεξάρτητων τεχνοοικονομικών μελετών
Θεωρούμε ότι η διερεύνηση των ανωτέρω σημείων θα συμβάλει στην επί το
δυνατόν ταχύτερη υλοποίηση του έργου, στην μείωση του στρατηγικού ρίσκου
για την Ελλάδα, καθώς και στην βέλτιστη λήψη αποφάσεων από κρατικούς
φορείς και ιδιώτες επενδυτές σχετικά με την ανάπτυξη εγχώριων δικτύων
διανομής και μεταφοράς και αξιοποίησης των εθνικών ενεργειακών πόρων.
Αναγκαιότητα πολιτικής στήριξης για την άμεση υλοποίηση του έργου
Ο ΑΔΜΗΕ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του έργου θέτοντας την υλοποίηση
του έως το τέλος του 2020. Ταυτόχρονα η ΡΑΕ επίσης υπογραμμίζει τα
πιθανά οφέλη από τη διασύνδεση της Κρήτης καθώς αναφέρει ότι θα μειώσει
σημαντικά την επιβάρυνση των καταναλωτών με τέλη Υπηρεσιών Κοινής
Ωφέλειας (ΥΚΩ). Τα τέλη αυτά για την Κρήτη (που εξαρτώνται από την
συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο νησί και από τη μέση διαφορά
κόστους ηλεκτροπαραγωγής μεταξύ ηπειρωτικής Ελλάδος και Κρήτης) έχουν
υπολογιστεί ότι τα τελευταία χρόνια ανέρχονταν σε περίπου 250-350
εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Μελλοντικά, εν απουσία διασύνδεσης του νησιού με την ηπειρωτική Ελλάδα,
θεωρούμε πιθανή την περαιτέρω αύξηση των τελών ΥΚΩ για την Κρήτη για
δύο κυρίως λόγους:
α) την προσδοκώμενη αύξηση ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στο νησί
(κυρίως λόγω τουριστικής ανάπτυξης) η οποία υπολογίζεται ότι θα ανέλθει
σε περίπου 4.000 GWh το 2020 από περίπου 3.000 GWh σήμερα, δηλαδή μια
συνολική αύξηση της τάξης άνω του 30% και
β) την πιθανή αύξηση της διαφοράς του μέσου κόστους ηλεκτροπαραγωγής μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας:
· πρώτον καθώς το ενεργειακό μείγμα της ηπειρωτικής Ελλάδας
εξαρτάται σε πολύ μικρότερο βαθμό από πιθανές αυξομειώσεις των τιμών
πετρελαίου και φυσικού αερίου (λόγω μεγάλης συμμετοχής λιγνίτη,
υδροηλεκτρικών και αυξανόμενη συμμέτοχη ΑΠΕ, εν αντιθέσει με την Κρήτη
όπου κυριαρχεί η χρήση πετρελαίου ντίζελ και μαζούτ) και
· δεύτερον λόγω της σημαντικά υψηλότερης αποδοτικότητας των
μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν με τα ανωτέρω καύσιμα στην
ηπειρωτική Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχες μονάδες στην Κρήτη.
Πρόσφατα μάλιστα ανακοινώθηκε η μείωση στη τιμή φυσικού αερίου μεταξύ
ΔΕΠΑ και Gazprom κατά 15%, η οποία αναμένεται να μειώσει το κόστος
ηλεκτροπαραγωγής των θερμοηλεκτρικών σταθμών φυσικού αερίου. Παρόλο που
αυτή η μείωση αναμένεται να έχει θετικές επιπτώσεις στις τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας στην ηπειρωτική Ελλάδα, είναι πιθανόν να οδηγήσει
σε περεταίρω επιβάρυνση των καταναλωτών με τέλη ΥΚΩ λόγω απουσίας
θερμοηλεκτρικών σταθμών φυσικού αερίου στην Κρήτη.
Ο ΑΔΜΗΕ περιλαμβάνει στο προτεινόμενο πρόγραμμα του το χρονοδιάγραμμα
για την υλοποίηση της διασύνδεσης αναφέροντας ωστόσο ότι μπορεί να
προκύψουν καθυστερήσεις ειδικότερα σε ό,τι αφορά θέματα αδειών και
απαλλοτριώσεων.
Αναγνωρίζουμε την περιπλοκότητα του έργου από τεχνικής απόψεως, καθώς
και του πολύ σημαντικού κεφαλαίου που απαιτείται για την υλοποίηση του,
παρ’όλα αυτά θεωρούμε ότι πρέπει να αποφευχθεί η περεταίρω καθυστέρηση
του η οποία θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις ελληνικές επιχειρήσεις και
τους οικιακούς καταναλωτές, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής οικονομίας. Συνεπώς, πιστεύουμε ότι απαιτείται ισχυρή πολιτική
βούληση ώστε να υπερκεραστούν τυχόν εμπόδια και να επιτευχθεί η
υλοποίηση της διασύνδεσης εντός της τρέχουσας δεκαετίας. Αυτό βέβαια θα
απαιτούσε και συνεχείς διαβουλεύσεις μεταξύ του Δημοσίου και Ιδιωτικού
τομέα καθώς και των αρμόδιων τοπικών φορέων αναφορικά με τις πιθανές
επιπτώσεις του έργου ώστε να αποφευχθούν καθυστερήσεις στις απαιτούμενες
αδειοδοτήσεις.
Αναγκαιότητα διατήρησης της επιλογής σχετικά με το ή τα σημεία διασύνδεσης με το ηπειρωτικό σύστημα
Θεωρούμε ότι η στρατηγική επιλογή του σημείου διασύνδεσης θα πρέπει να
λάβει υπόψη την ευρύτερη ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)
ώστε να μεγιστοποιηθούν πιθανά οφέλη της Ελλάδος από το έργο. Σε αυτό το
πλαίσιο θα πρέπει να διερευνηθεί εκτενώς ο ρόλος της Ελλάδας στην
Ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, που θεσπίστηκε με το 3ο Ενεργειακό
Πακέτο, το βέλτιστο εθνικό ενεργειακό μείγμα (συμπεριλαμβανομένων και
των επενδύσεων σε ΑΠΕ) και ο βέλτιστος τρόπος εμπορίας ηλεκτρισμού με
τις γειτονικές χώρες. Το τελευταίο παρουσιάζει και σημαντικές ευκαιρίες
για βελτίωση του τρέχοντος εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας λαμβάνοντας
υπόψη ότι η χώρα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια
από ότι εξάγει.
Στο πλαίσιο μάλιστα των τρεχόντων διαπραγματεύσεων σε επίπεδο ΕΕ για
την οριστικοποίηση των στόχων για ΑΠΕ και μηχανισμών υποστήριξης τους, ο
ρόλος των διακρατικών διασυνδέσεων θα λάβει ακόμα μεγαλύτερη σημασία
καθώς αυτές θα επιτρέπουν την βέλτιστη εκμετάλλευση των διαθέσιμων
ενεργειακών πόρων των χωρών -μελών. Εξάλλου η διασύνδεση της Κρήτης με
την ηπειρωτική Ελλάδα πιθανώς να αποτελέσει τμήμα της σχεδιαζόμενης
διασύνδεσης Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδος (Eurasia interconnector) η οποία
έχει ενταχθεί στα έργα κοινού Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Ως πιθανό σημείο διασύνδεσης της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα ο
ΑΔΜΗΕ προτείνει στη παρούσα φάση την περεταίρω εξέταση της όδευσης από
τη Κρήτη στην Αττική και όχι εκείνης προς την Μονεμβασιά. Ωστόσο, για
τους προαναφερθείσες λόγους θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να συνεχίσουν
να αξιολογούνται και οι δύο πιθανές οδεύσεις υπό το πρίσμα των εξελίξεων
στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και κυρίως αναφορικά με τους
μηχανισμούς στήριξης ΑΠΕ που πιθανόν να θεσπιστούν σε πανευρωπαϊκό
επίπεδο.
Οι λόγοι για τους οποίους ο ΑΔΜΗΕ δεν προκρίνει στη παρούσα φάση την
περεταίρω εξέταση της σύνδεσης της Κρήτης προς Μονεμβασιά, παρόλο το
μικρότερο εκτιμώμενο συνολικό κόστος, είναι κυρίως δυο:
α) λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων που σημειώνονται στην αδειοδότηση
όλων των έργων γραμμών μεταφοράς που προγραμματίζονται στην Πελοπόννησο
καθώς και
β) επειδή αναμένεται να περιορίσει τη δυνατότητα απορρόφησης ΑΠΕ στη
Πελοπόννησο (οπού επίσης υπάρχει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον για
ΑΠΕ) σε περιόδους που η Κρήτη καθίσταται εξαγωγική.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο πιστεύουμε ότι με την προϋπόθεση ότι υπάρχει
ισχυρή πολιτική βούληση για την υλοποίηση του έργου, πιθανές
καθυστερήσεις μπορούν να ξεπεραστούν σε σημαντικό βαθμό όπως αναφέρθηκε
προηγουμένως.
Αναφορικά με το δεύτερο σημείο αναγνωρίζουμε ότι από άποψη λειτουργίας
του συστήματος υπάρχει σημαντική συσχέτιση μεταξύ της ηλεκτροπαραγωγής
ΑΠΕ (αιολική, ηλιακή) στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Ως αποτέλεσμα,
είναι μελλοντικά πιθανόν πως για κάποιες περιόδους η παραγωγή από ΑΠΕ
και άλλες μη ευέλικτες μονάδες βάσης να μην μπορούν να απορροφηθούν
πλήρως από την εγχώρια ζήτηση και τυχόν εξαγωγών μέσω των υπαρχουσών
διακρατικών διασυνδέσεων. Ως εκ τούτου, προτείνουμε να διερευνηθεί
περεταίρω η οικονομική βιωσιμότητα και των δυο οδεύσεων με την προοπτική
κατασκευής και πρόσθετων διακρατικών διασυνδέσεων, όπως για παράδειγμα
με την Ιταλία ή την Κύπρο και το Ισραήλ. Βαρύτητα επίσης θα πρέπει να
δοθεί και στην ανάγκη για ενίσχυση των εγχώριων δικτύων μεταφοράς και
διανομής, όπως η κάθε μία επιλογή επιτάσσει. Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει
να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο να κριθεί βέλτιστος ο συνδυασμός και
των δύο οδεύσεων, με ταυτόχρονα σημαντική απορρόφηση ΑΠΕ τόσο από τη
Πελοπόννησο όσο και από την Κρήτη στην Ευρωπαϊκή ενιαία αγορά.
Αναγκαιότητα εκπόνησης ανεξάρτητων τεχνοοικονομικών μελετών
Πρόσφατα επικαιροποιήθηκε η μελέτη σκοπιμότητας της κοινής Ομάδας
Εργασίας του πρώην ΔΕΣΜΗΕ, ΡΑΕ, ΔΕΗ του 2011. Ο στόχος της
επικαιροποίησης αυτής ήταν η διευκολύνση της υποβολής αιτημάτων
χρηματοδότησης προς πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο θεωρούμε ότι αυτό δεν
αρκεί για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για την υλοποίηση του έργου
καθώς η διεθνής πρακτική καταδεικνύει την ανάγκη εκπόνησης ανεξάρτητων
τεχνοοικονομικών μελετών για δυο λόγους:
α) για την επικύρωση των εσωτερικών (‘in house’) μελετών κόστους οφέλους του κατασκευαστή και
β) ως προϋπόθεση που θέτουν οι πιστωτές για την χρηματοδότηση του έργου.
Εδώ σημαντικό ρόλο θα παίξει και ο εμπορικός τρόπος λειτουργίας της
διασύνδεσης καθώς και ο τρόπος επιμερισμού του ρίσκου κατασκευής, που
μπορεί να κυμαίνεται από ένα πλήρως κοινωνικοποιημένο (‘fully
socialised’) μοντέλο έως ένα πλήρως εμπορικό (‘fully merchant΄) μοντέλο,
λαμβάνοντας υπόψη και τα σχέδια για την πιθανή ιδιωτικοποίηση του
ΑΔΜΗΕ. Πιθανές ανεξάρτητες μελέτες θα μπορούσαν να διερευνήσουν τις
χρηματοροές του έργου, τις ευρύτερες μακροοικονομικές επιπτώσεις σε
παραγωγούς και καταναλωτές στο Ελληνικό σύστημα καθώς και τον έλεγχο
των δυνατών τεχνικών λύσεων.
Πρόσφατα παραδείγματα από την διεθνή εμπειρία στα οποία
χρησιμοποιήθηκαν ανεξάρτητες μελέτες προτού ληφθούν οι τελικές
επενδυτικές αποφάσεις για υποθαλάσσια έργα διασύνδεσης περιλαμβάνουν τα
έργα NorNed (Ολλανδία – Νορβηγία) και Britned (Ολλανδία – Ηνωμένο
Βασίλειο) που έχουν ήδη υλοποιηθεί καθώς και τα ΝΕΜΟ (Βέλγιο – Ηνωμένο
Βασίλειο), ElecLink (Γαλλία – Ηνωμένο Βασίλειο), NSN (Νορβηγία – Ηνωμένο
Βασίλειο), και NORD.LINK (Νορβηγία – Γερμανία) που βρίσκονται σε
διαφορετικά προπαρασκευαστικά στάδια.
Αναστάσιος Κουμπάρος (Consultant – DNV GL (formerly KEMA)), Παύλος
Τριχάκης (Senior Consultant – Baringa Partners), Μέλη του Greek Energy
Forum (GEF). Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο είναι προσωπικές και
δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των οργανισμών στους οποίους εργάζονται ή
του GEF.
http://www.energypress.gr/news/Pws-tha-mporoyse-h-Ellada-na-megistopoihsei-ta-oikonomika-ofelh-apo-thn-diasyndesh-ths-Krhths
No comments:
Post a Comment